Στο τεύχος του φθινοπώρου του Paris Review του 1998, ο Γουάλας Σον είχε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον ποιητή Μαρκ Στραντ (1934-2014), λίγους μήνες πριν ο τελευταίος τιμηθεί με το βραβείο Πούλιτζερ. Ο Σον προσπαθούσε να αποσπάσει πληροφορίες για τις συγγραφικές συνήθειες του ανθρώπου που είχε απέναντί του και του ανέφερε ότι ο Γκίνσμπεργκ ισχυριζόταν ότι μετά τα 35 του σταμάτησε να ξανακοιτάζει ό,τι έγραφε και ότι το πρώτο προσχέδιο ήταν το τελικό. «Θα ήθελα να γράφω μόνο ένα προσχέδιο και να τελειώνω εκεί, αλλά αυτό συμβαίνει σπανιότατα», απάντησε ο Στραντ. «Ξέρεις, δεν είμαι απ’ αυτές τις ιδιοφυΐες που το πετυχαίνουν με την πρώτη».

Στον Στραντ άρεσε να γίνεται αυτοσαρκαστικός στις συνεντεύξεις του και να είναι εξαιρετικά προσεκτικός στα ποιήματά του, τα οποία δούλευε με θαυμαστή οικονομία σε λέξεις και νοήματα. Στην αμερικανική ποίηση μετά τη δεκαετία του ’60 υπήρξε ένα πολύ μεγάλο μέγεθος και χάρη στην ανθολογία «Προσωρινή αιωνιότητα» (που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν, σε μετάφραση και ανθολόγηση Ασημίνας Ξηρογιάννη) τον γνωρίζουμε τώρα και στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στον Καναδά, όμως μεγάλωσε στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλάζοντας συχνά πόλεις και έπειτα, ακολουθώντας τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του πατέρα του, έζησε για κάποια χρόνια σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Αργότερα σπούδασε ζωγραφική στο Γέιλ, συνέχισε τις σπουδές του στην ιταλική ποίηση ως υπότροφος Φουλμπράιτ στη Φλωρεντία, ξαναγύρισε στην Αμερική κι έπειτα δίδαξε ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Οι εμπειρίες της νομαδικής ζωής των πρώτων τριάντα του χρόνων δεν εμφανίζονται στην ποίησή του, η οποία δεν είναι αυτοβιογραφική, όχι τουλάχιστον με κάποιον παραδοσιακό τρόπο, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι διαμόρφωσαν όχι μόνο την προσωπικότητά του αλλά και την ποιητική του ματιά, στην οποία εντοπίζεται μια «προσωρινότητα».

Η πραγματικότητα στην ποίησή του είναι φευγαλέα. Το καθημερινό, το ρεαλιστικό στοιχείο υπάρχει: ένας άνθρωπος αγοράζει ένα κέικ, ο ταχυδρόμος φέρνει ένα γράμμα, ο υπουργός πολιτισμού γυρίζει στο σπίτι του μετά μια πολύ κουραστική μέρα στο γραφείο. Ωστόσο, αυτές οι εικόνες είναι στιγμιαίες. Ο Στραντ τις χρησιμοποιεί για να συνδέσει το οικείο με τις δυνάμεις που του εξασφαλίζει η φαντασία του. Στην ποίησή του κυριαρχεί το παράλογο, το μεταφυσικό, και είναι παραπάνω από εμφανείς οι επιρροές του από τους Ευρωπαίους σουρεαλιστές. Σ’ ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα της νεότητάς του, «Τρώγοντας ποίηση» (1968), περιγράφει κάποιον που όντως έτρωγε βιβλία ποίησης («μελάνι τρέχει από τις γωνίες του στόματός μου») μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας βιβλιοθηκαρίου.

Είναι σκοτεινός: «Εσύ, που οι στιγμές σου έχουν χαθεί / Που σκόρπισες σαν καπνός μετά θάνατον / Πες μου κάτι, πες μου οτιδήποτε». Είναι ακόμη και μακάβριος: «Ο γιος σκύβει να φιλήσει τα χείλη της μάνας του / αλλά τα χείλη είναι παγωμένα». Η θεματολογία του περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τον άνθρωπο, τη συμπεριφορά και τη φθορά του, την αναζήτηση στιγμών, ταυτότητας και νοήματος. Μια υπαρξιακή αγωνία: «Οπου και να βρίσκομαι / είμαι αυτό που λείπει».

Τα ποιήματά του είναι ως επί το πλείστον γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, συνήθως σύντομα (τα προτιμούσε έτσι, συνειδητά) και με απλή γλώσσα, ωστόσο, παρά τις πολλαπλές αναγνώσεις που ο ίδιος εκτιμούσε ως απαραίτητες, δεν είναι πάντα ευνόητα. Αυτό δεν είναι κάτι που θεωρούσε κακό, όχι τουλάχιστον αποτρεπτικό. Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Inscape είχε πει ότι «μπορεί κάποιος να βιώσει την εμπειρία ενός ποιήματος χωρίς απαραίτητα να το καταλάβει. Μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα ποίημα. Οπως και σε έναν άλλον άνθρωπο, χωρίς να τον καταλαβαίνει. Ερωτευόμαστε όλη την ώρα κάποιον που δεν καταλαβαίνουμε και είκοσι χρόνια αργότερα, αφού έχουμε παντρευτεί, όταν η κατανόησή μας έχει ολοκληρωθεί, παίρνουμε διαζύγιο. Απλώς αστειεύομαι, φυσικά».

Αστειεύεται, γενικά. Λίγο μετά τον θάνατό του, ο πολύ κοντινός του φίλος και γνωστός ποιητής Τσαρλς Σίμικ έγραψε γι’ αυτόν ένα κείμενο στο New York Review of Books περιγράφοντας έναν άνθρωπο με δραστήριο πνεύμα, όμορφη σκέψη και σπουδαίο χιούμορ. Ανάμεσα στα περιστατικά που μεταφέρει ο Σίμικ είναι εκείνη η ιδέα που είχε ο Στραντ να ανοίξουν μαζί ένα εστιατόριο όπου οι σερβιτόροι θα ήταν βραβευμένοι ποιητές. Το χιούμορ του βρίσκεται παντού και στην ποίησή του. Εμφανώς ή και κρυμμένο πίσω από τους μεγάλους προβληματισμούς του.

Πηγή: Καθημερινή